ῥοπή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ῥοπή ῥοπά ῥοπαί
Γενική ῥοπῆς ῥοπαῖν ῥοπῶν
Δοτική ῥοπ ῥοπαῖν ῥοπαῖς
Αιτιατική ῥοπήν ῥοπά ῥοπάς
Κλητική ῥοπή ῥοπά ῥοπαί
ῥοπή < ῥέπω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ῥοπή

  1. η ροπή
  2. η κλίση προς τα κάτω
  3. η κλίση της ζυγαριάς, της πλάστιγγος
  4. (μεταφορικά) η κρίσιμη στιγμή, η καμπή, η σοβαρή τροπή των γεγονότων
    ῥοπή τοῦ πολέμου
  5. ο θάνατος
    ῥοπή βίου μοι
  6. επενέργεια, επιρροή, η τάση, η πιθανότητα
    βλέπω δύο ῥοπάς: ἢ γὰρ θανεῖν δεῖ μ᾽ . . ἢ . .


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]