ῥόπτρον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ῥόπτρον < ῥέπω ή ῥόπαλον, ομόρ. του ραπίς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ῥόπτρον ουδέτερο

  • το ρόπτρο, μικρό μεταλλικό αντικείμενο στο εξωτερικό μιας πόρτας που χρησίμευε για να τη χτυπά κάποιος και να ειδοποιεί να του ανοίξουν


αναφορές[επεξεργασία]

« ἔδησε τὸν ἵππον ἐκ τοῦ ῥόπτρου τοῦ ἱεροῦ ὡς ἀποδιδούς, τῇ δ᾽ ἐπιούσῃ ὑφείλετο». Λυσίας «Κατά Ανδοκίδου ασεβείας»

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]