ῥῖψις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ῥῖψις ῥίψει ῥίψεις
Γενική ῥίψεως ῥιψέοιν ῥίψεων
Δοτική ῥίψει ῥιψέοιν ῥίψεσι(ν)
Αιτιατική ῥῖψιν ῥίψει ῥίψεις
Κλητική ῥῖψι ῥίψει ῥίψεις

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ῥῖψις < ῥίπτω + -σις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ῥῖψις θηλυκό

  1. ρίψη, ρίξιμο, βολή
  2. εκτόξευση, εκσφενδόνιση
  3. εξακόντιση

Πηγές[επεξεργασία]