Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ῥωμαῖος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Ρωμαίος, ρωμαίος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Ῥωμαῖος Ῥωμαί τὸ Ῥωμαῖον
      γενική τοῦ Ῥωμαίου τῆς Ῥωμαίᾱς τοῦ Ῥωμαίου
      δοτική τῷ Ῥωμαί τῇ Ῥωμαί τῷ Ῥωμαί
    αιτιατική τὸν Ῥωμαῖον τὴν Ῥωμαίᾱν τὸ Ῥωμαῖον
     κλητική ! Ῥωμαῖε Ῥωμαί Ῥωμαῖον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ Ῥωμαῖοι αἱ Ῥωμαῖαι τὰ Ῥωμαῖ
      γενική τῶν Ῥωμαίων τῶν Ῥωμαίων τῶν Ῥωμαίων
      δοτική τοῖς Ῥωμαίοις ταῖς Ῥωμαίαις τοῖς Ῥωμαίοις
    αιτιατική τοὺς Ῥωμαίους τὰς Ῥωμαίᾱς τὰ Ῥωμαῖ
     κλητική ! Ῥωμαῖοι Ῥωμαῖαι Ῥωμαῖ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ Ῥωμαίω τὼ Ῥωμαί τὼ Ῥωμαίω
      γεν-δοτ τοῖν Ῥωμαίοιν τοῖν Ῥωμαίαιν τοῖν Ῥωμαίοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λόγιος' όπως «ὡραῖος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ῥωμαῖος < Ρώμη + -αῖος

Επίθετο

[επεξεργασία]

Ῥωμαῖος, -α, -ον

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη Ῥώμη

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ῥωμαῖος αρσενικό

για το όνομα: