Μετάβαση στο περιεχόμενο

かな

Από Βικιλεξικό

Ιαπωνικά (ja)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.na/

かな (ja) (hiragana) rōmaji: kana

  1. δείχνει εσωτερική σκέψη, αμφιβολία· άραγε…, μήπως…, αναρωτιέμαι αν… τέλος πρότασης
    自分する分からないかな
    Jibun ga nani o suru ka wakaranai kana.
         Δεν ξέρω τι θα έκανα εγώ.
         Κυριολεκτικά: Αναρωτιέμαι αν δεν ξέρω τι [θα] κάνω εγώ η ίδια.
  2. μακάρι να…, ελπίζω να… τέλος πρότασης, με άρνηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

かな (ja) (hiragana) rōmaji: kana

  • 仮名: κάνα· τα ιαπωνικά συλλαβάρια χιραγκάνα και κατακάνα
  • かな - Ιαπωνοαγγλικό Λεξικό jisho.org (στα αγγλικά)