オーケストラ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
オーケストラ < (άμεσο δάνειο) αγγλική orchestra < λατινική orchēstra < αρχαία ελληνική ὀρχήστρα) [1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

オーケストラ (ja) (katakanarōmaji: ōkesutora

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. «καραόκε», «ορχήστρα» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.