Μετάβαση στο περιεχόμενο

生まれ

Από Βικιλεξικό

Ιαπωνικά (ja)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɯ.ma.ɾe/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

生まれ (ja) (kanji) hiragana: うまれ, rōmaji: umare

  1. γενέτειρα, τόπος γέννησης
  2. γεννημένος, γεννηθείς ως επίθημα, με το μόριο
    30年代生まれ
    30-nendai umare no
         γεννημένος την δεκαετία του 30