Μετάβαση στο περιεχόμενο

Από Βικιλεξικό

Ιαπωνικά (ja)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

(ja)

  1. (ανατομία) το μάτι
  2. (για βελόνα, καταιγίδα, κυκλώνα) το μάτι
  3. ματιά, όψη
  4. η όραση
  5. η εμφάνιση
  • - Ιαπωνοαγγλικό Λεξικό jisho.org (στα αγγλικά)

Κινεζικά (zh)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

(zh)