脳
Εμφάνιση
Ιαπωνικά (ja)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- 脳 < (άμεσο δάνειο) μέση κινεζική 腦 (nawX). Δεν σχετίζεται με την αρχαία ελληνική νοῦς.
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]脳 (ja) (kanji) hiragana: のう, rōmaji: nō
- (ανατομία) ο εγκέφαλος
- (κατ’ επέκταση, μεταφορικά) το μυαλό, ο νους (νοητική ικανότητα)
