Μετάβαση στο περιεχόμενο

Από Βικιλεξικό

Ιαπωνικά (ja)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɡo̞/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

(ja) (kanji) hiragana: , rōmaji: go

  1. (γλωσσολογία) λέξη, όρος
     συνώνυμα: 言葉 (ことば, kotoba)
  2. παροιμία
     συνώνυμα:  (ことわざ, kotowaza)
  3. ομιλία

Επίθημα

[επεξεργασία]

(ja) (kanji) hiragana: , rōmaji: -go

  • γλώσσα
    παράδειγμα  日本 (にほん, Nihon, Ιαπωνία) + > 日本 (にほんご, nihongo, τα ιαπωνικά, η ιαπωνική γλώσσα)

Σύνθετα

[επεξεργασία]
  • 日本語 (にほんご, nihongo, τα ιαπωνικά, η ιαπωνική γλώσσα)
  • ドイツ語 (どいつご, doitsugo, τα γερμανικά, η γερμανική γλώσσα)
  • ギリシャ語 (ぎりしゃご, girishago, τα ελληνικά, η ελληνική γλώσσα)

Επίθημα

[επεξεργασία]

(ja) (kanji) hiragana: , rōmaji: -go

  • λέξη
    παράδειγμα  擬音 (ぎおん, gion, ηχομίμηση) + > 擬音 (ぎおんご, giongo, ηχομιμητική λέξη)

Σύνθετα

[επεξεργασία]
  • 擬音語 (ぎおんご, giongo, ηχομιμητική λέξη)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • στην ιαπωνική Βικιπαίδεια Λήμμα στην ιαπωνική Βικιπαίδεια
  • - Ιαπωνοαγγλικό Λεξικό jisho.org (στα αγγλικά)