Μετάβαση στο περιεχόμενο

道

Από Βικιλεξικό

Ιαπωνικά (ja)

[επεξεργασία]

Χαρακτήρας

[επεξεργασία]

道 (ja) (χαρακτήρας κάντζι)

Αναγνώσεις

[επεξεργασία]
  • Go-on: どう (dō, Jōyō)←どう (dou, ιστορικό)
  • Kan-on: とう (tō, Jōyō σπάνιο)←たう (tau, ιστορικό)
  • Kan’yō-on: どう (dō, Jōyō)←だう (dau, ιστορικό)
  • Kun: みち (michi, 道, Jōyō)、いう (iu, 道う)、みちびく (michibiku, 道く)
  • Nanori: おさめ (osame)、おさむ (osamu)、さ (sa)、じ (ji)、ち (chi)、つな (tsuna)、つね (tsune)、ど (do)、なおし (naoshi)、ね (ne)、のり (nori)、まさ (masa)、みち (michi)、みつ (mitsu)、ゆき (yuki)、より (yori)、わたる (wataru)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
道 < παλαιά ιαπωνική.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /mʲi.t͡ɕi/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

道 (ja) (kanji) hiragana: みち, rōmaji: michi

  1. δρόμος, οδός, μονοπάτι, σοκάκι
  2. (μεταφορικά) δρόμος (π.χ. προς την επιτυχία, νίκη κτλ.)
  3. ο τρόπος να κάνεις κάτι, μέθοδος

Σύνθετα

[επεξεργασία]
  • 神道 (しんとう, shintō, «ο δρόμος τών θεών, ο σιντοϊσμός»)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • 道 στην ιαπωνική Βικιπαίδεια Λήμμα στην ιαπωνική Βικιπαίδεια
  • 道 - Ιαπωνοαγγλικό Λεξικό jisho.org (στα αγγλικά)