𐀂𐀦

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Μυκηναϊκή διάλεκτος (gmy)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

𐀂𐀦 < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₁éḱus

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

𐀂𐀦 αρσενικό (i-qo)

  1. (αρχαία ελληνική ) ἵππος, άλογο