Μετάβαση στο περιεχόμενο

*δάω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
αμάρτυρος τύπος
αμάρτυρος τύπος
αμάρτυρος υποθετικός τύπος, λέξη που δεν απαντά σε κείμενα
αλλά σε γραμματικούς τύπους ή σε σύνθετες λέξεις
- Γράφονται με πλάγια γράμματα. - Μπροστά από τη λέξη σημειώνεται ένας αστερίσκος. -
 

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
*δάω < άχρηστος ενεστώτας του αορίστου ἐδάην, από θέμα δα- + < *dn̥s-, συνεσταλμένη βαθμίδα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dens- (μαθαίνω, διδάσκω)[1]. Στον Όμηρο το θέμα δα- εμφανίζεται επαυξημένο με επίθημα , παραβάλετε μέλλοντα δαήσεαι (θα μάθεις), παρακείμενο δεδάηκας (έχεις μάθει)[2]. Δεν συγγενεύουν: λατινική discō, doceō  δείτε τις σημειώσεις για περισσότερα. 

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /dá.ɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: δάω

*δάω[2][3] (επικός)

  1. (αμετάβατο) μαθαίνω, πληροφορούμαι, γνωρίζω, βλέπω
    λατινική: discō
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 2 (Β. Ὄνειρος. Διάπειρα. Βοιωτία ἢ κατάλογος νεῶν.), στίχ. 299 (299-300)
    τλῆτε, φίλοι, καὶ μείνατ᾽ ἐπὶ χρόνον, ὄφρα δαῶμεν
    ἐτεὸν Κάλχας μαντεύεται, ἦε καὶ οὐκί.
    Λάβετε, ω φίλ᾽, υπομονήν και καρτερείτε ολίγο
    να ιδούμ᾽ εάν του Κάλχαντος τα ρήματ᾽ αληθεύσουν.
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 10 (Κ. Δολώνεια.), στίχ. 425
    δίειπέ μοι ὄφρα δαείω
    Τούτο θα ειπείς να μάθω
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
  2. (μεταβατικό) (με αιτιατική) μαθαίνω κάτι
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 3 (Γ. Ὅρκοι. Τειχοσκοπία. Ἀλεξάνδρου καὶ Μενελάου μονομαχία.), στίχ. 208
    ἀμφοτέρων δὲ φυὴν ἐδάην
    κι εγνώρισα την πλάση και των δύο
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
  3. (με γενική προσώπου) μαθαίνω από κάποιον
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 19 (τ. Ὀδυσσέως καὶ Πηνελόπης ὁμιλία. Νίπτρα.), στίχ. 325
    πῶς γὰρ ἐμεῦ σύ, ξεῖνε, δαήσεαι
    Και πώς αλλιώς, καλέ μου ξένε, εσύ θα μάθεις
    Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greeklanguage.gr
  4. (με γενική πράγματος) πληροφορούμαι σχετικά με κάτι
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 21 (Φ. Μάχη παραποτάμιος.), στίχ. 486
    εἰ δ᾽ ἐθέλεις πολέμοιο δαήμεναι
    Και αν πάλιν θέλεις πόλεμον [να μάθεις]
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
  5. (μεταβατικό) (με αιτιατική) αναζητώ, δοκιμάζω (ενεστώτας με αυτήν την σημασία είναι το διδάσκομαι)
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 16 (π. Ἀναγνωρισμὸς Ὀδυσσέως ὑπὸ Τηλεμάχου.), στίχ. 316
    ἀλλ᾽ ἦ τοί σε γυναῖκας ἐγὼ δεδάασθαι ἄνωγα
    Είμαι λοιπόν της γνώμης, των γυναικών την πίστη | να τη δοκιμάσεις
    Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greeklanguage.gr
  6. ενεργητική φωνή, στον αναδιπλασιασμένο αόριστο β΄ δέδαον
    λατινική: doceō
    1. (μεταβατικό) (με διπλή αιτιατική) διδάσκω σε κάποιον κάτι
       8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 6 (ζ. Ὀδυσσέως ἄφιξις εἰς Φαίακας.), στίχ. 233 (233-234)
      ὃν Ἥφαιστος δέδαεν καὶ Παλλὰς Ἀθήνη
      τέχνην παντοίην
      τον δίδαξαν την τέλεια τέχνη ο Ήφαιστος κι η Αθηνά Παλλάδα
      Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greeklanguage.gr
    2. (με απαρέμφατο) μαθαίνω κάποιον να κάνει κάτι (ενεστώτας με αυτήν την σημασία είναι το διδάσκω)
       8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 20 (υ. Τὰ πρὸ τῆς μνηστηροφονίας.), στίχ. 72
      ἔργα δ᾽ Ἀθηναίη δέδαε κλυτὰ ἐργάζεσθαι.
      κι η Αθηνά τούς έμαθε να υφαίνουν εξαίσια φαντά.
      Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greeklanguage.gr

Παράγωγα[1]

[επεξεργασία]
  • Επικοί τύποι
    • α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου δάε
    • α΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής παθητικού αορίστου δαείω
    • β΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής μέσου μέλλοντα δαήσεαι (Οδύσσεια 3.187; 19,325)
    • απαρέμφατο μέσου ενεστώτα δεδάασθαι (Οδύσσεια 16.326)
    • απαρέμφατο παθητικού αορίστου δαήμεναι

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 δαῆναι σελ. 296 -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.
  2. 1 2 «δάω» Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.
  3. 1 2 3 4 5 6 *δάω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012