*bʰer-
Εμφάνιση
Πρωτοϊνδοευρωπαϊκή γλώσσα (ine-pro)
[επεξεργασία]| (επ)ανασυντεθειμένος υποθετικός τύπος πρωτογλώσσας όπως προκύπτει από την έως τώρα έρευνα της ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας - Γράφονται με πλάγια γράμματα - Μπροστά από τον τύπο σημειώνεται πάντα ένας αστερίσκος. - |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- *bʰer- < Πιθανώς αλταϊκής προέλευσης.
Ρίζα 1
[επεξεργασία]*bʰer-[1]
Παράγωγα
[επεξεργασία]- *bʰer- (απαθής βαθμίδα)
- *bʰer-(e/o)- (ριζικός ενεστώτας)
- → πρωτοελληνική: *pʰérō
- ⇒ πρωτοϊταλική: *ferō
- *bʰer-*-trom
- *bʰer-n-[2] (με έρρινο ένθημα -n-)
- *bʰer-n*-éh₂ (θηλυκό)
- ⇒ πρωτοελληνική: *pʰernā́
- ⇒ δωρική διάλεκτος: φερνᾱ́
- ⇒ ιωνική διάλεκτος: φερνή «προίκα»
- ⇒ πρωτοελληνική: *pʰernā́
- *bʰer-n-yom (ουδέτερο)
- ⇒ πρωτοελληνική: *pʰérnyon
- ⇒ αρχαία ελληνικά: φέρνιον, φερνίον «καλάθι για ψάρια»
- ⇒ πρωτοελληνική: *pʰérnyon
- *bʰer-n*-éh₂ (θηλυκό)
- *bʰer-ist(H)o-[3] (υπερθετικός βαθμός)
- *bʰer-h₁- (με λαρυγγικό)
- *bʰer-h₁*-trom
- *bʰer-(e/o)- (ριζικός ενεστώτας)
- *bʰor- (ετεροιωμένη βαθμίδα)
- *bʰṓr- (ετεροιωμένη εκτεταμένη βαθμίδα)
- *bʰṓr-s, *bʰṓr
- *bʰr̥- (μηδενική βαθμίδα)
- *bʰr̥-h₁-treh₂ (με λαρυγγικό)
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- *bʰer- < → λείπει η ετυμολογία
Ρίζα 2
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]- *bʰer- (απαθής βαθμίδα)
- *bʰer-u-(e/o)- (ενεστώτας με ένθημα *-u-)
- *bʰor- (ετεροιωμένη βαθμίδα)
- *bʰor-ū-
- > *bʰor-ū́-n*-oh₂er > *-omei̯ > -omai̯
- *bʰor-ū-
- *bʰṓr- (ετεροιωμένη εκτεταμένη βαθμίδα)
- *bʰṓr-(e/o)- (ενεστώτας)
- > *bʰū́r-(e/o)- (με ανύψωση)
- ⇒ πρωτοελληνική: *pʰū́rō
- ⇒ πρωτοελληνική: *por-pʰū́rō (με αναδιπλασιασμό)
- ⇒ αρχαία ελληνικά: πορ-φῡ́ρω «(για την θάλασσα) αναστατώνομαι, ανησυχώ»
- > *bʰū́r-(e/o)- (με ανύψωση)
- *bʰṓr-(e/o)- (ενεστώτας)
- *bʰr̥- (μηδενική βαθμίδα)
- *bʰr̥-éh₁-u-r̥ «πηγή, πηγάδι»[6]
- > *bʰr-ḗw-r̥[4]
- ⇒ πρωτοελληνική: *pʰrḗwər (*φρῆϝᾰρ)[6]
- ⇒ αρχαία ελληνικά: φρέᾱρ (με αντιμεταχώρηση)
- ⇒ αρχαία ελληνικά: φρεῖᾰρ (ανάπτυξη -ι- λόγω μέτρου)
- ⇒ πρωτοελληνική: *pʰrḗwər (*φρῆϝᾰρ)[6]
- > *bʰr-ḗw-r̥[4]
- *bʰr̥-Hun-
- > *brun-en- > *brun-n̥-
- ⇒ πρωτογερμανική: *brunna(n)
- ⇒ παλαιά άνω γερμανικά: brunno «πηγή, πηγάδι»
- ⇒ παλαιά νορβηγικά: brunnr «πηγή»
- ⇒ γοτθικά: brunna «πηγή»
- ⇒ πρωτογερμανική: *brunna(n)
- > *brun-en- > *brun-n̥-
- *bʰr̥-u-
- ⇒ πρωτοϊταλική
- ⇒ λατινικά: dē-fru-tum «συμπυκνωμένος μούστος»
- ⇒ πρωτοϊταλική
- *bʰr̥-éh₁-u-r̥ «πηγή, πηγάδι»[6]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ «φέρω» σελ. 1562 - Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
- ↑ «φερνή» σελ. 1562 - Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
- ↑ «φέριστος» σελ. 1562 - Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
- 1 2 φρέαρ - Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013. «bher- «κινούμαι ορμητικά, αναβράζω, κοχλάζω»
- ↑ *bʰer-htm@starling σελ. 132, Τόμος 1ος - Pokorny, Julius (1959) Indogermanisches etymologisches Wörterbuch [Ινδογερμανικό (ινδοευρωπαϊκό) ετυμολογικό λεξικό] (στα γερμανικά). Βέρνη, Μόναχο: Francke Verlag. Τόμοι 1‑3.
- 1 2 «φρέᾱρ, -ᾱτος» σελ. 1590 - Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
