-άδικο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : άδικο

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθημα[επεξεργασία]

-άδικο

  1. παραγωγική κατάληξη ουδέτερων ουσιαστικών που σημαίνουν χώρο, κατάστημα, ή μέσο μεταφοράς σχετικό με τη ρίζα της λέξης.

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]