Μετάβαση στο περιεχόμενο

-άρι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το -άρι τα -άρια
      γενική του -αριού των -αριών
    αιτιατική το -άρι τα -άρια
     κλητική -άρι -άρια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
-άρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -άριν και -άριο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -άριον < ελληνιστική κοινή -άριον (όπου δείτε για περισσότερα)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈa.ɾi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ρι

Επίθημα

[επεξεργασία]

-άρι

  1. παράγει ουδέτερα ουσιαστικά από αριθμητικά που δηλώνουν
    1. αξία, ποσότητα, βαθμό αξιολόγησης ή επίδοσης, αριθμό παιγνιοχάρτου ή παίκτη αθλητικής ομάδας
      οκτ(ώ) + -άρι > οκτάρι
      είκοσ(ι) + -άρι > εικοσάρι
      πεντακόσ(ια) + -άρι > πεντακοσάρι
       συνώνυμα: -άρικο (για νόμισμα)
    2. (ειδικότερα ) δέσμη, σύνολο ομοίων πραγμάτων
      εκατοστ(ός) + -άρι > εκατοστάρι «αγόρασα ένα εκατοστάρι φακέλους»
      δέκ(α) + -άρι > δεκάρι «ένα δεκάρι φάκελοι»
    3. (για διαμέρισμα) τον αριθμό χώρων που έχει βάσει της πρώτης λέξης
      δύ(ο) + -άρι > δυάρι
      τρί(α) + -άρι > τριάρι
      τέσσ(ερα) + -άρι > τεσσάρι
      πέντ(ε) + -άρι > πεντάρι
  2. παράγει ουδέτερα ουσιαστικά από ουσιαστικά που δηλώνουν
    1. υποκοριστική σημασία
      βλαστ(ός) + -άρι > βλαστάρι (νεαρός βλαστός)
      δοκός + -άρι > δοκάρι (μικρή δοκός)
      πετεινός + -άρι > πετεινάρι (μικρός πετεινός)
    2. χωρίς υποκοριστική σημασία (συχνά η υποκοριστική σημασία δεν υπάρχει πλέον στην νεοελληνική)
      θρέφω - θρεφτάρι
      ζύμη - ζυμάρι
      σίτος - σιτάρι
    3. όργανο, μέσο
      κρεμαστ(ός) + -άρι > κρεμαστάρι
      αγιάσματ(ος) + -άρι > αγιασματάρι
      λύσ(η) + -άρι > λυσάρι
    4. πλησμονή του πρωτότυπου
      γεμάτ(ος) + -άρι > γεματάρι
      κεφαλ(ή) + -άρι > κεφαλάρι
  3. παράγει ουδέτερα ουσιαστικά από ρήματα που δηλώνουν
    1. το αποτέλεσμα του ρήματος
      παράδειγμα  απογενν(ώ) + -άρι > απογεννάρι
      παράδειγμα  απομένω, απομείν(ω) + -άρι > απομεινάρι
    2. όργανο, μέσο
      αρμέγ(ω) + -άρι > αρμεγάρι
    3. πλησμονή του πρωτότυπου
      μακρύν(ω) + -άρι > μακρυνάρι

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]