-άρω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- -άρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική -ar(e) + -ω
Επίθημα
[επεξεργασία]-άρω
- επίθημα ρημάτων -άρω, πρτ.: -άριζα ή -αρα, αόρ.: -άρισα, παθ.φωνή: -άρομαι, π.αόρ.: -αρίστηκα, μτχ.π.π.: -αρισμένος