-άρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
-άρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική -ar(e) +

Επίθημα

[επεξεργασία]

-άρω