-άτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | -άτος | η | -άτη | το | -άτο |
| γενική | του | -άτου | της | -άτης | του | -άτου |
| αιτιατική | τον | -άτο | τη(ν) | -άτη | το | -άτο |
| κλητική | -άτε | -άτη | -άτο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | -άτοι | οι | -άτες | τα | -άτα |
| γενική | των | -άτων | των | -άτων | των | -άτων |
| αιτιατική | τους | -άτους | τις | -άτες | τα | -άτα |
| κλητική | -άτοι | -άτες | -άτα | |||
| Κατηγορία όπως «ξένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- -άτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -ᾶτος π.χ. γεμᾶτος.
Επίθημα
[επεξεργασία]-άτος, -η ,-ο
- παραγωγική κατάληξη της νέας ελληνικής (στα θέματα ουσιαστικών για παραγωγή επιθέτου), που δηλώνει εκείνον που έχει ή περιέχει ό,τι δηλώνει το ουσιαστικό ή εκείνον που σχετίζεται ιδιαίτερα με την έννοια του ουσιαστικού
- (ζωή) χλιδάτη (έχει χλιδή), (κόκορας) κρασάτος (έχει μαγειρευτεί με κρασί), (άνθρωπος) αεράτος, μουσάτος, καλοσυνάτος
- παραγωγική κατάληξη (στα θέματα ρημάτων για παραγωγή επιθέτων), που δηλώνουν συνήθως ό,τι και η ενεργητική ή παθητική μετοχή ενεστώτα του ρήματος ή την ολοκλήρωση της ενέργειας και το αποτέλεσμά της
Επίθημα
[επεξεργασία]-άτος (στο θηλυκό: -άτου)