-άτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθημα[επεξεργασία]

-άτος ,-η ,-ο

  1. παραγωγική κατάληξη της νέας ελληνικής (στα θέματα ουσιαστικών για παραγωγή επιθέτου), που δηλώνει εκείνον που έχει ή περιέχει ό,τι δηλώνει το ουσιαστικό ή εκείνον που σχετίζεται ιδιαίτερα με την έννοια του ουσιαστικού
    (ζωή) χλιδάτη (έχει χλιδή), (κόκορας) κρασάτος (έχει μαγειρευτεί με κρασί), (άνθρωπος) αεράτος, μουσάτος, καλοσυνάτος
  2. παραγωγική κατάληξη (στα θέματα ρημάτων για παραγωγή επιθέτων), που δηλώνουν συνήθως ό,τι και η ενεργητική ή παθητική μετοχή ενεστώτα του ρήματος ή την ολοκλήρωση της ενέργειας και το αποτέλεσμά της
    φεύγω άρα είμαι φευγάτος, τρέχω, άρα είμαι τρεχάτος, χορταίνω άρα είμαι χορτάτος, τρίζω άρα είμαι τριζάτος