-ίδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το -ίδι τα -ίδια
      γενική του -ιδιού των -ιδιών
    αιτιατική το -ίδι τα -ίδια
     κλητική -ίδι -ίδια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

-ίδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -ίδιν < αρχαία ελληνική -ίδιον (μετουσιαστικό επίθημα) < επίθημα -ιον σε λέξεις που το θέμα τους έληγε σε -ιδ- όπως ἀσπίς (θέμα: ἀσπιδ-) > ἀσπίδ-ιον (μικρή ασπίδα)[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈi.ði/

Επίθημα[επεξεργασία]

-ίδι

επίθημα για το σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών παράγωγων από ρήματα ή ουσιαστικά. Δηλώνει:

  1. πράξη που γίνεται ή έγινε πολλές φορές
    βρίζω > βρισίδι, σπρώχνω > σπρωξίδι, μπουνιά > μπουνίδι
  2. αποτέλεσμα ενέργειας
    μουσκεύω > μουσκίδι
  3. ό,τι απόμεινε από την ενέργεια τη σχετική με το σημαινόμενο από την πρωτότυπη λέξη (συνήθως με το πρόθημα απο- και στον πληθυντικό)
    αποκαΐδια, πριονίζω > πριονίδι
  4. (από υποκοριστικά) το επίθημα, αφού έχασε την υποκοριστική σημασία του, χρησιμοποιήθηκε στον πληθυντικό -ίδια ως παραγωγική κατάληξη ρημάτων, για να δηλώσει ρηματική ενέργεια ή -συνηθέστερα- ασήμαντα πράγματα
    σκουπίζω > σκουπ-ίδια, ροκανίζω > ροκαν-ίδια

Αναφορές[επεξεργασία]