Μετάβαση στο περιεχόμενο

-ίδι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το -ίδι τα -ίδια
      γενική του -ιδιού των -ιδιών
    αιτιατική το -ίδι τα -ίδια
     κλητική -ίδι -ίδια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

-ίδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -ίδιν / -ίδι < αρχαία ελληνική -ίδιον (μετουσιαστικό υποκοριστικό επίθημα)[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈi.ði/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δι

Επίθημα

[επεξεργασία]

-ίδι ουδέτερο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

-ίδι < -ίδιν < -ίδιον < αρχαία ελληνική -ίδιον

ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: -ίδι

Επίθημα

[επεξεργασία]

-ίδι ουδέτερο

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]