-ίδιον
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| -ῐδῐον | |||||
| ονομαστική | τὸ | -ίδιον | τὰ | -ίδιᾰ | |
| γενική | τοῦ | -ιδίου | τῶν | -ιδίων | |
| δοτική | τῷ | -ιδίῳ | τοῖς | -ιδίοις | |
| αιτιατική | τὸ | -ίδιον | τὰ | -ίδιᾰ | |
| κλητική ὦ! | -ίδιον | -ίδιᾰ | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | -ιδίω | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | -ιδίοιν | |||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθημα
[επεξεργασία]-ίδιον, -ιδίου ουδέτερο
- (υποκοριστικό) μετουσιαστικό υποκοριστικό επίθημα για το σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών που διατηρούν ή δε διατηρούν υποκοριστική σημασία
- σε βάσεις με -ιδ- σε ουσιαστικά σε -ίς με γενική ενικού -ίδος
- σε άλλες βάσεις, όπως ουσιαστικών σε -ος με γενική ενικού -ου ή -ους
- σε ουσιαστικά με θεματικό -υ > -ύδιον
- σε βάσεις ουσιαστικών σε -ις (και όχι στο θέμα της γενικής ενικού -εως)
- τάξ(ις), τάξεως (με θέματα ταξῐ-, ταξε-) στη βάση ταξ- > ταξίδιον
- λέξ(ις), λέξεως (με θέματα λεξῐ-, λεξε-) στη βάση λεξ- > λεξίδιον
- Γράφτηκε και λεξείδιον με βάση λεξε- αντί του λεξ-
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- Αρχαίες ελληνικές λέξεις με επίθημα -ίδιον στο Βικιλεξικό
- Λέξεις -ίδιον @perseus.tufts.edu Greek Dictionary Headword Search, Πανεπιστήμιο Tufts
- Λέξεις της καθαρεύουσας με επίθημα -ίδιον στο Βικιλεξικό
- -ύδριον (συχνή επίδραση στο -ίδιον δίνοντας μορφές όπως λογύδριον (και λογίδριον)
Απόγονοι
[επεξεργασία]-ίδιον (αρχαία ελληνικά)
- ⇘ μεσαιωνικά ελληνικά: -ίδιον
- ⇒ μεσαιωνικά ελληνικά: -ίδιν & -ίδι
- ⇒ νέα ελληνικά: -ίδι
- ⇘ καθαρεύουσα: -ίδιον
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ -ίδι - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ ταξίδι (& σχόλιο «ταξίδι ή ταξείδι;» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]-ίδιον < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική -ίδιον
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: → δείτε στο αρχαίο -ίδιον#Απόγονοι
Επίθημα
[επεξεργασία]-ίδιον ουδέτερο
- υποκοριστικό επίθημα για το σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών που διατηρούν ή δε διατηρούν την υποκοριστική συμασία
- ἐκκλησία > ἐκκλησίδιον
- δάκτυλος > δακτύλιον >
- παίγνιον > παιγνίδιον > παιγνίδιν / παιχνίδιν > παιχνίδιν > παιχνίδι
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κλιτικοί τύποι
[επεξεργασία]- -ίδια (πληθυντικός)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- λέξεις με -ίδιον (-ίδιν, -ίδι) - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'πρόσωπον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ιον (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επιθήματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Υποκοριστικά επιθήματα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Επιθήματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)