-ίτικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

-ίτικος < -ίτης + -ικος

Επίθημα[επεξεργασία]

-ίτικος, -ίτικη, -ίτικο

  1. παραγωγική κατάληξη / επίθημα μετουσιαστικών επιθέτων που δηλώνουν (ότι κάποιος προέρχεται, κατάγεται ή έχει σχέση με κάποιον) τόπο
    Κοζάνη > κοζανίτικος, Μετέωρα > μετεωρίτικος
  2. παραγωγική κατάληξη / επίθημα μετουσιαστικών επιθέτων παραγόμενων από προσηγορικά ουσιαστικά ή διάφορες εκφράσεις
    ριζά > ριζίτικος