-αδάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική -αδάκι -αδάκια
γενική
αιτιατική -αδάκι -αδάκια
κλητική -αδάκι -αδάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

-αδάκι < -άδ(ι) +   + υποκοριστικό επίθημα -άκι (πετράδι>πετραδάκι) ή < λέξεις που το θέμα τους λήγει σε -αδ- + -άκι (ντολμάδ+άκι) και επέκταση και στις υπόλοιπες (φτωχός>φτωχαδάκι)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aˈða.ci/

Open book 01.svg Επίθημα[επεξεργασία]

-αδάκι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]