-αδόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

-αδόρος < βενετική -(a)dor + -ος < λατινική -(a)tor

Επίθημα[επεξεργασία]

-αδόρος

  1. (λαϊκότροπο) μετουσιαστικό επίθημα που δηλώνει

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]