-γονος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: -γόνος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο -γονος οι -γονοι
      γενική του -γόνου των -γόνων
    αιτιατική τον -γονο τους -γόνους
     κλητική -γονε -γονοι
όπως «άνθρωπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

-γονος < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική -γονος με θέμα συγγενές με το γίγνομαι (δείτε και γόνος[1] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵíǵnh₁- < *ǵenh₁- (παράγω, τίκτω, γεννώ). Δείτε και το επίθημα -γόνος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣo.nos/

Επίθημα[επεξεργασία]

-γονος αρσενικό

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική -γονος -γόνω -γονοι
Γενική -γόνου -γόνοιν -γόνων
Δοτική -γόν -γόνοιν -γόνοις
Αιτιατική -γονον -γόνω -γόνους
Κλητική -γονε -γόνω -γονοι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

-γονος < θέμα συγγενές με το γίγνομαι (δείτε και γόνος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵíǵnh₁- θέμα με αναδιπλασιασμό < *ǵenh₁- (παράγω, τίκτω, γεννώ)

Επίθημα[επεξεργασία]

-γονος αρσενικό

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]