-κοπώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

-κοπώ < από το αρχαίο κόπτω

Open book 01.svg Επίθημα[επεξεργασία]

-κοπώ

  1. δεύτερο συνθετικό ρημάτων που δηλώνουν ενέργεια συνεχή και έντονη, ή κατά σύστημα, με επανάληψη, με διάρκεια, όπου το κοπώ επιτείνει την έννοια του α΄συνθετικού. Πολλές φορές προέρχεται από ουσιαστικό που λήγει σε κόπος όπως το ξυλοκόπος αλλά όχι πάντα -μπορεί το ρήμα να σχηματίζεται και κατ' αναλογία
    λαμποκοπώ
    ξυλοκοπώ
    μεθοκοπώ
    γλεντοκοπώ
    γρονθοκοπώ
    πλευροκοπώ
    βροντοκοπώ
    φτεροκοπώ
    βρομοκοπώ
    ιδροκοπώ
    χαροκοπώ
    στραφτοκοπώ
    στρατοκοπώ
    σταυροκοπιέμαι