-κόμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

-κόμος < αρχαία ελληνική -κόμος < κομέω-κομῶ ("φροντιζω")

Επίθημα[επεξεργασία]

-κόμος αρσενικό ή θηλυκό

  1. β'συνθετικό ουσιαστικών που σημαίνουν αυτόν/αυτήν που φροντίζει, περιποιείται, καλλιεργεί κλπ κάτι

Παραδείγματα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]