-ληψία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική -ληψία -ληψίες
γενική -ληψίας -ληψιών
αιτιατική -ληψία -ληψίες
κλητική -ληψία -ληψίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

-ληψία < (λόγιο) < αρχαία ελληνική -ληψία < συνοπτικό θέμα ληψ- του λαμβάνω + ‑ία[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /liˈpsi.a/
Ομόηχο: Λειψία

Open book 01.svg Επίθημα[επεξεργασία]

-ληψία θηλυκό
β' συνθετικό για το σχηματισμό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν

  1. τη λήψη του α' συνθετικού
    αιμοληψία, φαρμακοληψία
  2. νοσηρή εμμονή σε ιδέες και αντιλήψεις που δηλώνει το α' συνθετικό
    θρησκοληψία, ιδεοληψία
  3. την καταγραφή, λήψη με μηχάνημα
  4. ηχοληψία

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. -ληψία στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

-ληψία < αρχαία ελληνική -ληψία

Open book 01.svg Επίθημα[επεξεργασία]

-ληψία θηλυκό
β' συνθετικό για το σχηματισμό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών

  1. από επίθετα σε -ληπτος
    ἀνυποληψία < (ελληνιστική) ἀνυπόληπτος
  2. που δηλώνουν τη λήψη του α' συνθετικού
    δωροληψία
  3. που δηλώνουν νοσηρή εμμονή σε ιδέες και αντιλήψεις που δηλώνει το α' συνθετικό
    ἐρωτοληψία

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική -ληψία -ληψία -ληψίαι
Γενική -ληψίας -ληψίαιν -ληψιῶν
Δοτική -ληψί -ληψίαιν -ληψίαις
Αιτιατική -ληψίαν -ληψία -ληψίας
Κλητική -ληψία -ληψία -ληψίαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

-ληψία < συνοπτικό θέμα ληψ- του λαμβάνω + ‑ία

Open book 01.svg Επίθημα[επεξεργασία]

-ληψία [ῐᾰ] θηλυκό
β' συνθετικό για το σχηματισμό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν

  1. τη λήψη του α' συνθετικού
  2. τη λήψη όπως εννοείται αν υπάρχει πρόθεση ως συνθετικό

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]