-λόι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

-λόι < μεσαιωνική ελληνική -λόγιν με αποβολή του [ʝ] που όμως διατηρείται μερικές φορές στην κλίση < ελληνιστική κοινή -λόγιον < αρχαία ελληνική λόγος < λέγω[1]

Επίθημα[επεξεργασία]

-λόι ουδέτερο (περιληπτικό)

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το -λόι τα -λόγια
      γενική του -λογιού των -λογιών
    αιτιατική το -λόι τα -λόγια
     κλητική -λόι -λόγια
el-κλίση-'τσάι': Κλίση με δεύτερο θέμα που διατηρεί το <γ> όπως το ρολόι.
Παράρτημα
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το -λόι τα -λόια
      γενική του -λοϊού των -λοϊών
    αιτιατική το -λόι τα -λόια
     κλητική -λόι -λόια
el-κλίση-'-λόι': Και σπάνια, παρωχημένη γραφή χωρίς το <γ> όπως το ρολόι.
Παράρτημα
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το -λόι τα -λόια
      γενική
    αιτιατική το -λόι τα -λόια
     κλητική -λόι -λόια
el-κλίση-'παιδάκι': Κλίση χωρίς δεύτερο θέμα, χωρίς γενικές πτώσεις, όπως το ανθρωπολόι.
Παράρτημα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]