Μετάβαση στο περιεχόμενο

-μετρο

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : μέτρο, μετρό, -μετρος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το -μετρο τα -μετρα
      γενική του -μετρου των -μετρων
    αιτιατική το -μετρο τα -μετρα
     κλητική -μετρο -μετρα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
-μετρο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή -μετρον < αρχαία ελληνική -μετρος < μέτρον[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /me.tɾo/
τυπογραφικός συλλαβισμός : -με‐τρο

Επίθημα

[επεξεργασία]

-μετρο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]