-ος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- -ος < → λείπει η ετυμολογία, παράβαλε: λατινική -us (επίθημα ουσιαστικών αρσενικού γένους)
Επίθημα
[επεξεργασία]-ος ή τονισμένο -ός
- κατάληξη (κλιτικό επίθημα) για το σχηματισμό ουσιαστικών ή επιθέτων από ουσιαστικά
- ἀν- + οὐσί(α) + -ος > ἀνούσιος (στην ελληνιστική κοινή)