Μετάβαση στο περιεχόμενο

-ος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]


ζητούμενο λήμμα



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]


ζητούμενο λήμμα



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
-ος < λείπει η ετυμολογία, παράβαλε: λατινική -us (επίθημα ουσιαστικών αρσενικού γένους)


Επίθημα

[επεξεργασία]

-ος ή τονισμένο -ός

  1. κατάληξη (κλιτικό επίθημα) για το σχηματισμό ουσιαστικών ή επιθέτων από ουσιαστικά
    ἀν- + οὐσί(α) + -ος > ἀνούσιος (στην ελληνιστική κοινή)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • το όμικρον σε πολλά επίθετα σε -ος/-ός, είναι συνήθως θεματικό
    ἀγαθός θέμα ἀγαθο- της δεύτερης «κλίσης ο» + κατάληξη