-ού

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική -ού -ούδες
γενική -ούς -ούδων
αιτιατική -ού -ούδες
κλητική -ού -ούδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

-ού < μεσαιωνική ελληνική -ού < αρχαία ελληνική [1]. Δείτε και -λού

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈu/

Open book 01.svg Επίθημα[επεξεργασία]

-ού θηλυκό

  1. επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν τη σύζυγο κάποιου επαγγελματία ή τη γυναίκα που ασκεί το συγκεκριμένο επάγγελμα
    μυλωνού
  2. επίθημα θηλυκών ουσιαστικών ή επιθέτων από αντίστοιχα αρσενικά (ή χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχα αρσενικά)
    υπναρού, καμπαρετζού
  3. κατάληξη διαφόρων θηλυκών ουσιαστικών
    αλεπού

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. "-ού" στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.