-ούρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

-ούρα < μεσαιωνικό επίθημα κατ' αναλογία προς λατινικές λέξης που έληγαν σε -ura

Open book 01.svg Επίθημα[επεξεργασία]

-ούρα

  • επίθημα σε επίθετα ή ρήματα για την παραγωγή κυρίως αφηρημένων λαϊκότροπων ουσιαστικών που δεν υπήρχαν αντίστοιχά τους ή για να αντικατασταθούν τα υπάρχοντα
θολός > θολούρα
καυτός > καούρα
κάψα > καψούρα
χάνω (από τον αόριστο έχασα) > χασούρα
αγιασμός > αγιαστούρα
σημάδι > σημαδούρα
ανεμοδούριν, μεσαιωνική λέξη > ανεμοδούρα (ίσως κατ' αναλογία προς το σημαδούρα)
τρώω, αόρ. έφαγα > φαγούρα
κάζο > καζούρα
λιγώνω > λιγούρα


ελληνικά > ελληνικούρα
λαϊκό > λαϊκούρα
μαλλί > μαλλούρα
χαιρετώ > χαιρετούρα
ανακάτεμα ή ανακάτωσα (αόριστος του ανακατώνω) > ανακατωσούρα
παλιατζής > παλιατζούρα
χαρτί > χαρτούρα


  • με φαινομενικό επίθημα, ενώ πρόκειται για μεταφορά αυτούσιων λέξεων άλλων γλωσσών
κλεισούρα (από το λατινικό clausura) για το στενό πέρασμα, αλλά ίσως από το κλειστός για το αίσθημα της κλεισούρας σε ένα περιορισμένο χώρο
λοβιτούρα (ρουμανική), πρεμούρα (ιταλική), φιγούρα και παρτιτούρα (ιταλικές)
μουτζούρα ίσως από το τουρκικό muzur (καρβουνόσκονη)
καπελαδούρα, από το βενετσιάνικο capeladura