-ποιία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

-ποιία < αρχαία ελληνική -ποιία < ποιέω

Επίθημα[επεξεργασία]

-ποιία

  1. το χώρο (εργαστήριο, εργοστάσιο κ.ά.) παραγωγής του πρώτου συνθετικού
    αρτοποιία, χαρτοποιία
  2. τη γνώση ή την τεχνική για τη δημιουργία του πρώτου συνθετικού
    γεφυροποιία, μελοποιία