Μετάβαση στο περιεχόμενο

-σκω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
-σκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *-sḱéti (εναρκτικό επίθημα). Συγγενή: λατινική -scō λ.χ. cognōscō (μαθαίνω, γνωρίζω).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /skɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
ΔΦΑ : /sko/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: -σκω

Επίθημα

[επεξεργασία]

-σκω

  1. αρχαϊκό επίθημα για ενεστωτικά θέματα, σπάνια σχετίζεται με την εναρκτική σημασία του γίνεται
  2. (επικός) επίθημα για τον σχηματισμό του παρατατικού πολλών ρημάτων

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]