Μετάβαση στο περιεχόμενο

-της

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ης οι ες
      γενική του η των ών
    αιτιατική τον η τους ες
     κλητική η ες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
-της <  δείτε τη λέξη -τής

Επίθημα

[επεξεργασία]

-της αρσενικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]