-τυπία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία el[επεξεργασία]

-τυπία < λόγιο ενδογενές δάνειο: (άμεσο δάνειο) νεολατινική -typus, -typia < αρχαία ελληνική τύπος < τύπτω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)teu-p- (χτυπώ)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ti.'pi.a/

Επίθημα[επεξεργασία]

-τυπία

  1. κατάληξη ουσιαστικού που σχετίζεται με τύπο, εκτύπωση ή αποτύπωση
  2. κατάληξη ουσιαστικού που σχετίζεται με τυπικό ή συμπεριφορά

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]