-ότης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

-ότης < αρχαία ελληνική -της (θηλυκό), επίθημα σε ουσιαστικά με θέμα που έληγε σε -ο, με επέκταση στις μορφές -ότης, -ύτης > (νέα ελληνική) -ότητα, -ύτητα[1]

Επίθημα[επεξεργασία]

-ότης (γενική ενικού: -ότητος)

Σύνθετα[επεξεργασία]

δείτε επίσης

Αναφορές[επεξεργασία]