-etto

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

-etto < υστερολατινική -ittum, κατηγορηματικός ενικός του -ittus

Επίθημα[επεξεργασία]

-etto (en) αρσενικό, ενικός (-etta θηλυκό)