Abart

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Abart 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Abart (de) θηλυκό {πληθυντικός: die Abarten}

  1. το είδος
  2. η ποικιλία

Συνώνυμα[επεξεργασία]