Abbildung

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Abbildung 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Abbildung die Abbildungen
γενική der Abbildung der Abbildungen
δοτική der Abbildung den Abbildungen
αιτιατική die Abbildung die Abbildungen

Abbildung (de) θηλυκό

  1. σχέδιο
  2. αναπαραγωγή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: Abbild