Abenteuer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Abenteuer 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Abenteuer (de) ουδέτερο (πληθυντικός: die Abenteuer)