Ablenkung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Ablenkung die Ablenkungen
γενική der Ablenkung der Ablenkungen
δοτική der Ablenkung den Ablenkungen
αιτιατική die Ablenkung die Ablenkungen

Ablenkung (de) θηλυκό