Abnehmer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Abnehmer die Abnehmer
γενική des Abnehmers der Abnehmer
δοτική dem Abnehmer den Abnehmern
αιτιατική den Abnehmer die Abnehmer

Abnehmer (de)