Abteilungsleiter

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Abteilungsleiter < Abteilung + Leiter

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Abteilungsleiter die Abteilungsleiter
γενική des Abteilungsleiters der Abteilungsleiter
δοτική dem Abteilungsleiter den Abteilungsleitern
αιτιατική den Abteilungsleiter die Abteilungsleiter

Abteilungsleiter (de) αρσενικό (θηλυκό Abteilungsleiterin)