Abteilungsleiter

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Abteilungsleiter < Abteilung + Leiter

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Abteilungsleiter die Abteilungsleiter
γενική des Abteilungsleiters der Abteilungsleiter
δοτική dem Abteilungsleiter den Abteilungsleitern
αιτιατική den Abteilungsleiter die Abteilungsleiter

Abteilungsleiter (de) αρσενικό (θηλυκό Abteilungsleiterin)

  1. διευθυντής τμήματος ή υπηρεσίας