Acetylen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Acetylen 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Acetylen (de)ουδέτερο (χωρίς πληθυντικό)