Achilles heel

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

Achilles heel (en)

  1. η αχίλλειος πτέρνα, αδύναμο σημείο