Achillesferse

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Achillesferse 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Achillesferse (de) θηλυκό (πληθυντικός: die Achillesfersen)