Adressänderung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Adressänderung < Adresse + Änderung

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Adressänderung die Adressänderungen
γενική der Adressänderung der Adressänderungen
δοτική der Adressänderung den Adressänderungen
αιτιατική die Adressänderung die Adressänderungen

Adressänderung (de) θηλυκό