Alman

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɑɫˈmɑn/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Alman (tr)

  1. (εθνικό όνομα) ο Γερμανός, η Γερμανίδα
  2. γερμανικός (δεν είναι επίθετο στην τουρκική γλώσσα)
    Alman dili - η γερμανική γλώσσα