Amt

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Amt die Ämter
γενική des Amts
des Amtes
der Ämter
δοτική dem Amt den Ämtern
αιτιατική das Amt die Ämter

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Amt 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Amt (de) ουδέτερο

  1. η υπηρεσία
  2. το γραφείο

Σύνθετα[επεξεργασία]